Μπορείς να συνεχίσεις να έχεις τα μάτια σου ερμητικά κλειστά ή έχεις την επιλογή να τα ανοίξεις ίσως για πρώτη φορά, εκθέτοντας τα... γυμνά στο φως.

Πέμπτη 8 Μαΐου 2008

2008: Our World Odyssey


Όταν ήμουν παιδί ονειρευόμουν ότι το μυθικό έτος 2001 θα ζούσαμε σε έναν κόσμο όπου τα προβλήματα της φτώχειας και της πρόσβασης σε πόσιμο νερό, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, δωρεάν παιδεία, αξιοπρεπή εργασία, κλπ θα είχαν λυθεί για το σύνολο του πληθυσμού του πλανήτη. Ήμουν σίγουρος πως τα θαύματα της τεχνολογίας θα λειτουργούσαν προς όφελός μας ώστε να έχουμε ρομπότ να μας υπηρετούν και να μπορούμε να κάνουμε επαγγελματικά ταξίδια στο φεγγάρι ή να εξερευνούμε άλλους πλανήτες και ηλιακά συστήματα. Οι πόλεμοι θα είχαν καταργηθεί και οι λαοί θα ζούσαν ενωμένοι σε μία παγκόσμια δημοκρατική κοινότητα. Πόσο μάλλον το 2008 - όταν θα ήμουν κι εγώ μεγάλος και θα είχα κάνει τόσα και τόσα σπουδαία πράγματα στη ζωή μου. Ποτέ δεν φανταζόμουν ότι θα καταλήγαμε σε επιστροφή του θρησκευτικού ή εθνικιστικού σκοταδισμού, ούτε ότι οι κοινωνικές ανισότητες θα έφταναν να ξεπεράσουν κάθε άλλο προηγούμενο ή ότι ο σύγχρονος πολιτισμός μας θα γνώριζε τέτοια ξεφτίλα. Όταν ήμουν ακόμα παιδί και το έτος 2001 απείχε τριάντα ολόκληρα χρόνια, οι γονείς μου με πήγαν στο σινεμά να δω μια ταινία που μιλούσε για το πώς θα ζούνε οι άνθρωποι στο μέλλον. Ή έτσι νόμιζα εγώ τουλάχιστον...

2001: Η Οδύσσεια του Διαστήματος (2001: A Space Odyssey, 1968, dir: Stanley Kubrick)

Πρέπει να είχα κοιμηθεί την πρώτη φορά που είδα αυτή την ταινία και δεν κατάλαβα γρυ. Πώς θα μπορούσα άλλωστε; Το "2001: Η Οδύσσεια του Διαστήματος" ήταν γεμάτο με ακατανόητα πράγματα. Άρχιζε με κάτι πιθήκους, μετά εμφανιζόταν ένας περίεργος μαύρος μονόλιθος με υπερφυσικές ιδιότητες, ένας σκεπτόμενος υπολογιστής πραγματοποιούσε ανταρσία ενάντια στο ανθρώπινο πλήρωμα ενός διαστημοπλοίου και ο μοναδικός επιζών αστροναύτης κατέληγε μέσω του μονόλιθου σε ένα ψυχεδελικό ταξίδι πέρα από τα όρια του υλικού σύμπαντος. Καμία σχέση με την Οδύσσεια, την οποία από τότε αγαπούσα ιδιαίτερα. Ή μήπως όχι;

Η εν λόγω ταινία είναι ίσως ό,τι πιο βαθυστόχαστο και βαρύγδουπο έχει φτιαχτεί από γεννέσεως κινηματογράφου. Βασισμένη σε ένα διήγημα του "Πάπα" της επιστημονικής φαντασίας Arthur Clarke, χρησιμοποιεί την ποίηση των εικόνων και της μουσικής για να ακροβατήσει σε δυσνόητα φιλοσοφικά ερωτήματα που περιστρέφονται γύρω από τη μεταφορική οδύσσεια ολόκληρου του ανθρώπινου είδους. Αντιμέτωποι με μία απρόσπωπη ανώτερη δύναμη, στεκόμαστε με το ίδιο δέος που ένιωσαν οι τριχωτοί και προγλωσσικοί πρόγονοί μας. Θέλουμε τόσο πολύ να γίνουμε οι ίδιοι θεοί, κι όμως κινδυνεύουμε να αφανιστούμε από τα ίδια τα δημιουργήματά μας. Υπάρχουν τόσα πολλά που δεν ξέρουμε (και ενδεχομένως δεν θα μάθουμε ποτέ) για το σύμπαν. Μονάχα αν μετεξελιχθούμε σαν είδος έχουμε πιθανότητες να επιβιώσουμε και να χτίσουμε έναν καλύτερο κόσμο. Και άλλα πολλά...

Θα σταθώ μόνο σε ένα απόσπασμα της ταινίας, που αντανακλά αφηρημένα το επεισόδιο του Οδυσσέα εναντίον του Κύκλωπα. Ο αστροναύτης Dave Bowman (Keir Dullea), βρίσκεται εγκλωβισμένος σε ένα μικρό εξερευνητικό σκάφος (που θυμίζει μήτρα) έξω από το υπό κατάληψη διαστημόπλοιό του. Εχθρός του είναι ο "μονόφθαλμος" υπερυπολογιστής HAL, ο οποίος θεωρεί πως οι άνθρωποι δεν διαθέτουν τα εχέγγυα ώστε να πραγματοποιήσουν επαφή με μία άγνωστη δύναμη όπως ο μυστηριώδης μονόλιθος. Αποκλεισμένος από την πρόσβαση στη γνώση και την υστεροφημία (ίσως την πιο ουσιαστική απειλή που εξέφραζε ο άγριος Πολύφημος), ο Bowman (που διόλου τυχαία σημαίνει τοξότης) εφευρίσκει ένα ριψοκίνδυνο τέχνασμα για να καταφέρει να εισβάλλει στο διαστημόπλοιο. Στη συνέχεια, εξολοθρεύει (και συμβολικά τυφλώνει) τον HAL με ένα πρωτόγονο όσο και το πελεκημένο κούτσουρο του Οδυσσέα όπλο: με ένα κατσαβίδι.

Η ετυμολογική ρίζα του ονόματος του Οδυσσέα είναι η λέξη "οδύσσασθαι", ένα ρήμα της μέσης φωνής που υποδηλώνει την οδύνη του κατατρεγμού από τα καπρίτσια των θεών (π.χ. "οδύσσασθαι υπό του Ποσειδώνος"). Προκειμένου να κερδίσει την προαναγγελθείσα ταυτότητά του, ο Οδυσσέας πρέπει να υποστεί και να προκαλέσει τον πόνο. Να εξελιχθεί σαν άνθρωπος και να αφήσει πίσω του την αλαζονεία του κατακτητή, να γνωρίσει την απώλεια αγαπημένων συντρόφων και της νεκρής μητέρας του, να διεκδικήσει με κάθε τρόπο την επιστροφή του στις ρίζες που τον ανέθρεψαν και να προστατεύσει το βασίλειό του από την ασυδοσία των ανήθικων μνηστήρων. Ο θρυλικός και πολυμήχανος τοξευτής της Ιλιάδας μετουσιώνεται σε έναν ταπεινό και σοφό κουρελή ζητιάνο, που καθώς λυγίζει το τόξο του γνωρίζει πια πολύ καλά τη ματαιότητα της ύβρεως και την θνητότητα της ανθρώπινης ύπαρξης. Την ώρα που εκτοξεύει το βέλος του ίσως να ελπίζει ότι οι απόγονοί του θα κληρονομήσουν τον κόσμο, και καλά θα κάνουν να έχουν διδαχτεί κάνα-δυο πράγματα από τα παθήματα του.

Συγγραφέας: Helix Nebulae -

Πηγή: www.yperoptix.blogspot.com


Πέμπτη 1 Μαΐου 2008

Όφις και κρίνο


12 του Γεννάρη

  • Όχι! την αηδεία που νοιώθω δεν θα τη νοιώσεις ποτέ. Τη ναυτίαση τη μεγάλη που νοιώθω για τα πλήθη. Ένας Πύργος περήφανος υψώνεται σαν Ακρόπολη στην ψυχή μου. Κανένα μονοπάτι δεν φέρνει στον Πύργο, καμία γέφυρα δεν τον ενώνει με τον κόσμο. Είναι απομονωμένος κι απροσπέλαστος, χωρίς παράθυρα και χωρίς πόρτες. Κάτω η άλλη ψυχή μου απλώνεται με χίλιους δρόμους ελεύθερους κι ορθάνοιχτους στο πλήθος. Χιλιάδες περπατούνε μέσα, πηγαίνουν κι έρχονται και λερώνουν τα χαμηλά μέρη της ψυχής μου. Στον Πύργο κανένα μονοπάτι δε φέρνει. Στον Πύργο τα πλήθη ποτέ δεν θα μπορέσουν ν' ανεβούν.
  • Και μέσα στον Πύργο πηγαίνω κ' έρχομαι αμίλητος, χωρίς χαρά και χωρίς πόνο, αδιάφορος για όλα και μόνος, μόνος. Είναι μεγάλες και ψυχρές κι ακατοίκητες οι αίθουσες του. Κάτω στην ψυχή μου ακούω τα πλήθη να φωνάζουν και να επικρίνουν και να περιγελούν. Σαν βόμβος εντόμων φθάνουν στον Πύργο μου οι φωνές και οι επικρίσεις και το γέλοιο των. Και μια περιφροσήνη νοιώθω βαθιά για τα μέρη εκείνα της ψυχής μου που εγγίζουν με τον κόσμο. Και απλώνεται σαν θάλασσα μέσα μου το εγώ μου κι ένα χαμόγελο χαράς ανεβαίνει στον νου μου. Η χυδαία επαφή των όχλων δεν θα μολύνει ποτέ τον Πύργο μου και δεν θα λερωθούν ποτέ τα μάρμαρα του από τον βόρβορο των βημάτων του και τα χέρια του και τα μάτια του και οι σκέψεις του δεν θα βεβηλώσουνε ποτέ τα Άγια των Αγίων της ψυχής μου.

Ν. ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ